Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: Τρίτη εκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων περί Θεολογίας, Οικονομίας, αρετής και κακίας Μέρος Γ'


 51. Εκείνος που δεν επιθυμεί σωματική ηδονή και καθόλου δε φοβάται οδύνη, έγινε απαθής. Γιατί μαζί μ' αυτές και τη μητέρα τους φιλαυτία σκότωσε και όλα τα πάθη που γι' αυτές υπάρχουν και από αυτές προέρχονται, όπως και την άγνοια, την αρχηγό των κακών. Και έτσι ολόκληρος δόθηκε στο φύσει Καλό, το οποίο είναι σταθερό και μόνιμο και αναλλοίωτο, μένοντας μαζί μ' Αυτό τελείως ακίνητος να αντανακλά με ακάλυπτο πρόσωπο τη δόξα του Κυρίου και από την φωτοειδή δόξα που έχει μέσα του να βλέπει τη θεϊκή και απλησίαστη δόξα.

52. Ας αρνηθούμε την ηδονή και την οδύνη της ζωής αυτής με όλη μας τη δύναμη, και τότε θα απαλλαγούμε από κάθε επινόηση των παθών και κάθε δαιμονική κακουργία. Γιατί αγαπούμε τα πάθη για την ηδονή και εξαιτίας του πόνου αποφεύγομε την αρετή.

53. Επειδή κάθε κακίαε εκ φύσεως καταστρέφεται μαζι με τους τρόπους που τη δημιούργησαν, βρίσκοντας ο άνθρωπος με τη πείρα του ότι κάθε ηδονή τη διαδέχεται η οδύνη, κατεύθυνε όλη την ορμή του προς την ηδονή και ολη την αποστροφή του προς την οδύνη. Την πρώτη την υπερασπίζεται με όλη του τη δύναμη, ενώ την άλλη την καταπολεμά με όλο του το ζήλο, πιστεύοντας κάτι αδύνατο, ότι με τη μέθοδο αυτή θα διαχωρίσει τη μια από την αλλη και μόνη τη φιλαυτία θα έχει ενωμένη με την ηδονή χωρίς να της βάζει τέλος η οδύνη··  το πάθος όμως φαίνεται τον κάνει ν' αγνοεί ότι σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει ηδονή χωρίς οδύνη. Γιατί είναι ανακατεμένος με την ηδονή ο πόνος, κι ας μοιάζει να μη γίνεται αντιληπτός απ' όσους τον έχουν, καθώς στο πάθος επικρατεί η ηδονή. Και είναι φυσικό να προβάλλει πάντοτε εκείνο που επικρατεί, και να σκεπάζει ό,τι συνυπάρχει. Όταν λοιπόν διεκδικούμε την ηδονή εξαιτίας της φιλαυτίας μας και φροντίζουμε να αποφεύγομε την οδύνη, πάλι για την ίδια αιτία, τότε εφευρίσκομε τα απερίγραπτα καταστρεπτικά πάθη.

54. Αγνοεί ο άνθρωπος και δεν αισθάνεται την ηδονή και την οδύνη, όταν στο Θεό, που είναι το όντως αγαπητό και αξιέραστο και επιθυμητό, δέσει ή μάλλον κολλήσει το νου του, οπότε γίνεται ελεύθερος από τη σωματική σχέση.

55. Όπως δεν μπορεί να λατρεύει κανείς το Θεό καθαρά, αν δεν καθαρίζει από τα βάθη την ψυχή του, έτσι δεν μπορεί να λατρεύει την κτίση αν δεν περιποιείται το σώμα. Επιτελώντας σ' αυτό το σώμα ο άνθρωπος τη φθοροποιό αυτή λατρεία και καταντώντας φίλαυτος, είχε ακατάπαυστα ενεργούμενη μέσα του την ηδονή και την οδύνη, τρώγοντας διαρκώς από το δένδρο της παρακοής που παρείχε ανακατωμένη τη γνώση του καλού και του κακού με την πείρα μέσω της αισθήσεως. Και αν κανείς πει ότι το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού είναι η ορατή κτίση, δε θα σφάλει. Γιατί η απόλαυση της εκ φύσεως προξενεί ηδονή και οδύνη.

56. Όπου δεν επικρατεί το λογικό, εκεί είναι φυσικό να επικρατεί η δύναμη της αισθήσεως, στην οποία έχει αναμειχθεί κατά κάποιο τρόπο η δύναμη της αμαρτίας. Αυτή κρυφοσέρνει την ψυχή με την ηδονή σε οίκτο τάχα προς τη συγγενή κατά την υπόσταση σάρκα, και αφού της αναθέσει σαν φυσικό της έργο την εμπαθή και ηδονική επιμέλεια της σάρκας, την απομακρύνει από τη ζωή που ταιριάζει στη φύση της και την πείθει να γίνει δημιουργός της κακίας, η οποία καθ' εαυτήν είναι ανυπόστατη.

57. Κακία της νοερής ψυχής είναι η λησμοσύνη των φυσικών καλών, και προέρχεται από την εμπαθή σχέση προς τη σάρκα και τον κόσμο. Τη λησμοσύνη αυτή την αφανίζει το λογικό, όταν ενεργεί στρατηγικά σύμφωνα με την πνευματική επιστήμη, διερευνώντας τη φύση του κόσμου και της σάρκας και οδηγώντας την ψυχή στη συγγενική της χώρα των νοητών. Εκεί δεν έχει κανένα πέρασμα ο νόμος της αμαρτίας, γιατί δεν έχει πια την αίσθηση να τον περνά εκεί σαν γέφυρα, αφού η αίσθηση έχει ήδη χωριστεί κατά τη σχέση της με την ψυχή και έχει απορριφθεί στα αισθητά θεάματα, των οποίων ο νους αφού ξεπέρασε τη σχέση και τη φύση, δεν τα αισθάνεται ολότελα.

58. Όταν το λογικό κυριαρχεί στα πάθη, κάνει τις αισθήσεις όργανο των αρετών. Έτσι αντίθετα, όταν τα πάθη κυριαρχούν πάνω στο λογικό, διαμορφώνουν τις αισθήσεις σύμφωνα με την αμαρτία. Πρέπει λοιπόν με νήψη να εξετάζομε και να μελετούμε με ποιο τρόπο η ψυχή θα κάνει την καλή αντιστροφή όπως πρέπει, ώστε εκείνα με τα οποία πρωτύτερα αμάρτανε, να τα μεταχειριστεί τώρα για την πραγματοποίηση και στερέωση των αρετών.

59. Το άγιο Ευαγγέλιο διδάσκει την απάρνηση της σαρκικής ζωής και την υπόσχεση της πνευματικής ζωής. Μιλώ γι' αυτούς οι οποίοι, ενώ συνεχώς πεθαίνουν κατά άνθρωπον, εννοώ την ανθρώπινη ζωή στη σάρκα κατά τον αιώνα τούτο, ζούνε όμως κατά Θεόν μόνο πνευματικά, όπως ήταν ο θείος Απόστολος και οι όμοιοί του, οι οποίοι δεν ζουν διόλου δική τους ζωή, αλλά έχουν το Χριστό μέσα τους να ζει στην ψυχή τους. Έτσι εκείνοι που είναι νεκροί για το Θεό στον αιώνα τούτο, δοκιμάζονται στη σάρκα έχοντας θλίψεις και βάσανα πολλά και στενοχώριες και υπομένοντας διωγμούς και χίλια-δυο είδη πειρασμών με χαρά.

60. Κάθε πάθος σχηματίζεται οπωσδήποτε με το συνδυασμό κάποιου αισθητού πράγματος και μιας αισθήσεως και μιας φυσικής δυνάμεως, του θυμού π.χ. ή της επιθυμίας, η οποία έχει εκτραπεί από τη φυσική λειτουργία της. Αν λοιπόν ο νους εξετάσει το αποτέλεσμα της συνθέσεως του αισθητού και της αισθήσεως και της φυσικής δυνάμεως και μπορέσει, αφού τα ξεχωρίσει, να επαναφέρει στο φυσικό του λόγο το καθένα και να θεωρήσει το αισθητό καθ' εαυτό, χωρίς τη σχέση της αισθήσεως προς αυτό, και την αίσθηση χωρίς την οικειότητα του αισθητού προς αυτήν, και την επιθυμία, για παράδειγμα, ή μια άλλη φυσική δύναμη χωρίς την εμπαθή διάθεση προς την αίσθηση και το αισθητό, όπως η συγκεκριμένη κίνηση του πάθους καθορίζει να γίνεται η θεωρία, τότε διέλυσε και έκανε σκόνη τη σύσταση του οποιουδήποτε πάθους και τη σκόρπισε κάτω από το νερό της γνώσεως, όπως έκανε παλιά ο Μωυσής στο χρυσό μοσχάρι, και εξαφάνισε ολότελα και αυτή την ψιλή φαντασία των παθών, με την αποκατάσταση των στοιχείων που συνθέτουν τα πάθη, χωριστά το καθένα, στη φυσική τους κατάσταση.

61. Ο βίος που έχει κηλιδωθεί από πολλά αμαρτήματα των σαρκικών παθών, είναι σαν ένα κατασπιλωμένο φόρεμα·  γιατί ο καθένας είναι φυσικό να φαίνεται από τη διαγωγή του σαν από ένα φόρεμα αν είναι δίκαιος ή άδικος. Ο ένας έχει φόρεμα καθαρό, τον ενάρετο βίο. Ο άλλος έχει την ζωή του κηλιδωμένη με πονηρά έργα. Ή μάλλον, φόρεμα λερωμένο από τη σάρκα είναι η συνειδητή έξη και διάθεση που διαμορφώνει την ψυχή με τη μνήμη των πονηρών κινήσεων και ενεργημάτων της σάρκας. Βλέποντας συνεχώς η ψυχή να την τυλίγει η έξη και διάθεση αυτή σαν φόρεμα, γεμίζει από τη δυσωδία των παθών. Γιατί όπως από το Πνεύμα με τις αρετές που συνυφαίνονται κατά λόγο μεταξύ τους, γίνεται φόρεμα για την ψυχή, που όταν το φορεί γίνεται ωραία και δοξασμένη, έτσι και από τη σάρκα, όταν συνυφαίνονται μεταξύ τους κατ' αναλογίαν τα πάθη, γίνεται ένα ακάθαρτο και λεκιασμένο φόρεμα που δείχνει από τη δική του κατάσταση τι λογής είναι η ψυχή, αφού της έδωσε άλλη μορφή και εικόνα διαφορετική από τη θεία.

62. Βέβαιη εγγύηση της ελπίδας ότι θα θεωθεί η ανθρώπινη φύση αποτελεί η ενανθρώπηση του Θεού, η οποία κάνει τον άνθρωπο θεό στο βαθμό που Εκείνος έγινε άνθρωπος. Γιατί Εκείνος που έγινε άνθρωπος χωρίς αμαρτία είναι φανερό ότι θα θεοποιήσει την ανθρώπινη φύση χωρίς να τη μεταβάλει σε θεότητα· και τόσο θα την ανεβάσει για τον εαυτό Του, όσο Αυτός κατέβασε χαμηλά για τον άνθρωπο τον εαυτό Του. Αυτά διδάσκοντας μυστικά και ο μέγας Απόστολος, λέει ότι θα φανερωθεί στους επερχόμενους αιώνες ο υπερβολικός πλούτος της αγαθότητας του Θεού προς εμάς.

63. Όταν το λογικό επιστατεί στο θυμό και την επιθυμία, δημιουργεί τις αρετές·  όταν ο νους συλλαμβάνει τους λόγους των δημιουργημάτων, συλλέγει· την αλάνθαστη γνώση. Όταν λοιπόν το λογικό, αφού απομακρύνει όσα του είναι αντίθετα, βρει το σύμφωνα με τη φύση του αξιαγάπητο, και ο νους, ξεπερνώντας όσα μπορούν να γνωσθούν, φτάσει στην Αιτία των όντων που ξεπερνά κάθε ουσία και γνώση, τότε πραγματώνεται κατά χάρη το πάθος της θεώσεως. Αυτό μεταφέρει το λογικό από τη φυσική διάκριση εκεί όπου δεν υπάρχει αντικείμενο της διακρίσεως, και οδηγεί το νου να αναπαυθεί από το φυσικό τρόπο νοήσεως εκεί όπου δεν υπάρχει κάτι να  το γνωρίσει, και κάνει θεό, μέσα στην ταυτότητα που δίνει η στάση, εκείνον που αξιώνεται τη θεία μέθεξη.

64. Την ψυχή που σκούριασε τελείως από την ακαθαρσία της ηδονής, την καθαρίζει η κακοπάθεια και της αφαιρεί ολότελα τους δεσμούς με τα υλικά, καθώς η ψυχή μαθαίνει τη ζημία που ακολουθεί τη φιλία με αυτά. Γι' αυτό το λόγο ο Θεός, σύμφωνα με τη δίκαιη κρίση Του, επιτρέπει στον διάβολο να καταπιέζει με δοκιμασίες τους ανθρώπους.

65. Η ηδονή και η λύπη, η επιθυμία και ο φόβος και τα επακόλουθά τους, δε δημιουργήθηκαν από την αρχή μαζί με την ανθρώπινη φύση, γιατί τότε θα συντελούσαν και στο σκοπό της φύσεως. Υποστηρίζω κάτι που έμαθα από τον μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι αυτά μπήκαν αργότερα λόγω της εκπτώσεως από την τελειότητα και συνδέθηκαν με το πιο άλογο μέρος της φύσεως. Με αυτά, στη θέση της μακαρίας και θείας εικόνας, ευθύς μόλις έγινε η παράβαση του Αδάμ, έγινε φανερή και καθαρή στον άνθρωπο η ομοίωση με τα άλογα ζώα. Γιατί έπρεπε, αφού σκεπάστηκε η αξία του λογικού, να τιμωρηθεί δικαίως η φύση των ανθρώπων με τα γνωρίσματα της αλογίας που μόνη της διάλεξε. Έτσι οικονόμησε με τη σοφία Του ο Θεός για να έρθει ο άνθρωπος σε συναίσθηση της λογικής μεγαλοσύνης του νου του.

66. Στους πνευματικούς αγωνιστές γίνονται καλά και τα πάθη όταν, απομακρύνοντάς τα με σοφία από τα σωματικά, τα χρησιμοποιούμε για να αποκτήσομε τα ουράνια. Όταν δηλαδή μετατρέψομε την επιθυμία σε κίνηση που ορέγεται τη νοερή πόθηση των θείων·  την ηδονή, σε γαλήνια ευφροσύνη της θελητικής ενέργειας του νου για τα θεία χαρίσματα·  το φόβο, σε επιμέλεια προφυλάξεως από τη μέλλουσα τιμωρία λόγω των αμαρτιών τη λύπη τέλος, σε μεταμέλεια για τη διόρθωση κάποιου τωρινού κακού. Και μ' ένα λόγο, όπως κάνουν οι σοφότεροι γιατροί που με το σώμα της φαρμακερής έχιδνας εξουδετερώνουν τη βλάβη που αυτή προκάλεσε, ή προξενούν ανοσία για ενδεχόμενη, κι εμείς να χρησιμοποιούμε τα πάθη αυτά για εξόντωση κακίας που υπάρχει ή που την περιμένομε, και γι' απόκτηση και φύλαξη αρετής και γνώσεως.

67. Ο νόμος της Παλαιάς Διαθήκης, με την πρακτική φιλοσοφία καθαρίζει την ανθρώπινη φύση από κάθε μολυσμό. Ο νόμος της Καινής Διαθήκης, με τη θεωρητική μυσταγωγία ανεβάζει το νου με τη θεία γνώση από τα σωματικά στα θεάματα τα συγγενή με τα νοητά.

68. Η αγία Γραφή τους αρχαρίους που βρίσκονται κάπου στα προπύλαια της θείας αυλής των αρετών, τους ονομάζει «φοβούμενους». Εκείνους που απόκτησαν μια ορισμένη έξη των λόγων και των τρόπων της αρετής, τους ονομάζει «προκόπτοντες». Κι εκείνους που με την εξάσκηση της αρετής έφτασαν ήδη με τη γνώση στην κορυφή της αποκαλυπτικής αλήθειας των αρετών, τους αποκαλεί «τελείους». Εκείνος λοιπόν που αποστράφηκε την παλιά του αναστροφή με τα πάθη και παρέδωσε όλη του τη διάθεση στα θεία πράγματα λόγω του φόβου, δεν υπολείπεται σε κανένα καλό απ' όσα αρμόζουν στους αρχαρίους, και αν ακόμη δεν απόκτησε την έξη των αρετών ούτε έγινε μέτοχος της σοφίας που διδάσκεται στους τελείους. Αλλά ούτε και ένας από τους «προκόπτοντες» υστερεί σε κάποιο από τα καλά που ανήκουν στο βαθμό του, και αν δεν απόκτησε ακόμη την υψηλότατη γνώση των θείων που έχουν οι τέλειοι. Γιατί οι τέλειοι, αφού αξιώθηκαν ήδη να λάβουν μυστικά τη θεωρητική θεολογία και αφού καθάρισαν το νου τους από κάθε υλική φαντασία και τον έκαναν εικόνα που φέρει ακέραιο το ομοίωμα της θείας ωραιότητας χωρίς καμιά έλλειψη, αποδεικνύονται ότι έχουν εγκαταστήσει μέσα τους τη θεία αγάπη.

69. Δύο ειδών είναι ο φόβος·  αγνός και μη αγνός. Ο φόβος της κολάσεως που δημιουργείται κυρίως για τα αμαρτήματά μας, επειδή αιτία της δημιουργίας του έχει την αμαρτία, δεν είναι αγνός, ούτε και θα υπάρχει για πάντα, γιατί εξαφανίζεται με τη μετάνοια μαζί με την αμαρτία. Εκείνος όμως που πάντοτε υπάρχει χωρίς τη λύπη για αμαρτήματα, αυτός είναι ο αγνός φόβος, ο οποίος δε θα λείψει ποτέ. Γιατί είναι σαν φυτεμένος από το Θεό στην κτίση και κάνει ολοφάνερη σε όλους τη φυσική σεβασμιότητα του Θεού και την υπεροχή Του, που είναι πάνω από κάθε βασιλεία και δύναμη.

70. Εκείνος που δεν φοβάται το Θεό ως κριτή, αλλά Τον σέβεται για το υπερβολικό μεγαλείο της άπειρης δυνάμεως Του, δικαίως δεν υστερεί, αλλά είναι τέλειος στην αγάπη, και αγαπά το Θεό με συστολή και τον πρέποντα σεβασμό. Αυτός είναι εκείνος που απόκτησε το φόβο που παραμένει στον αιώνα του αιώνος, και δεν υστερεί καθόλου ούτε στο παραμικρό.

71. Από τα όντα γνωρίζομε τον Αίτιο των Όντων. Από τη διαφορά των όντων διδασκόμαστε την ενυπόστατη Σοφία του Θεού. Και από τη φυσική κίνηση των όντων μαθαίνομε την ενυπόστατη Ζωή του Θεού, τη δύναμη που ζωοποιεί τα όντα, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα.

72. Το Άγιο Πνεύμα δεν απουσιάζει από κανένα από τα όντα και μάλιστα από εκείνα που έχουν οπωσδήποτε λογικό. Γιατί αυτό συγκρατεί τη γνώση καθενός, επειδή είναι Θεός και Πνεύμα Θεού, και με τη δύναμή Του προχωρεί προνοητικά ανάμεσα απ' όλα τα όντα·  ανακινεί το κατά φύση λογικό που έχει το καθένα και μέσω αυτού φέρνει σε συναίσθηση όσων έχουν γίνει εσφαλμένα πέρα απ' ό,τι ορίζει η φύση εκείνον που αισθάνεται και έχει την προαίρεσή του υπάκουη στο να δέχεται τους ορθούς και σύμφωνους με τη φύση λογισμούς. Γι' αυτό και βρίσκομε πολλούς ανθρώπους από τους πολύ βαρβάρους και νομάδες, οι οποίοι αλλάζουν και γίνονται καλοκάγαθοι και απορρίπτουν τους θηριώδεις νόμους που ίσχυαν ανέκαθεν σ' αυτούς.

73. Το Άγιο Πνεύμα είναι βέβαια παρόν σε όλα γενικώς τα όντα, καθώς όλα τα συγκρατεί και ανακινεί τα φυσικά τους σπέρματα. Ιδιαίτερα όμως υπάρχει σ' όλους, όσοι υπακούουν στο Νόμο, γιατί υποδεικνύει σ' αυτούς την παράβαση των εντολών και τους φωτίζει σχετικά με την υπόσχεση του ερχομού του Χριστού·  και επιπλέον όσων είπαμε, υπάρχει σ' όλους (τους χριστιανούς γιατί τους χαρίζει την υιοθεσία. Με την ιδιότητά Του όμως να προξενεί σοφία, σε κανένα από τους παραπάνω δεν υπάρχει αναγκαστικά, εκτός σ' εκείνους που έχουν φανεί συνετοί και που με την ένθεη ζωή τους έκαναν τους εαυτούς των αξίους της θεοποιητικής κατοικήσεώς Του μέσα  τους. Γιατί καθένας που δεν κάνει τα θεία θελήματα, ακόμη και αν είναι πιστός, έχει καρδιά ασύνετη, καθώς είναι εργαστήριο πονηρών λογισμών, και σώμα βυθισμένο στις αμαρτίες, καθώς περιπλέκεται συνεχώς σε μολυσμούς παθών.

74. Ο Θεός, ο Οποίος επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά για τη θεοποίησή τους, ξεραίνει την οίησή τους σαν την άκαρπη συκιά, με το σκοπό, αφού προτιμήσουν να είναι δίκαιοι από το να νομίζονται τέτοιοι, και αφού ξεντυθούν το υποκριτικό φόρεμα της ηθικής επιδείξεως, να περάσουν ευσεβώς τη ζωή τους, όπως θέλει ο θείος λόγος, επιδιώκοντας ανόθευτα τις αρετές και επιδεικνύοντας στο Θεό μάλλον την κατάσταση της ψυχής τους, παρά στους ανθρώπους το ψεύτικο εξωτερικό σχήμα των ηθών.

75. Άλλη είναι η αιτία του να πράττομε, και άλλη του να πάσχομε. Η αιτία του να πράττομε είναι η φυσική δύναμη προς ενέργεια των αρετών, ενώ η αιτία του να πάσχομε είναι είτε δωρεά όσων είναι υπέρ τη φύση, είτε αναγκαίο επακολούθημα της ροπής μας στα παρά φύση· γιατί όπως δεν έχομε φυσική τη δύναμη για όσα υπερβαίνουν τα όντα, έτσι [δεν] έχομε φυσική τη δύναμη για όσα είναι μη όντα. Πάσχομε λοιπόν τη θέωση κατά χάρη, επειδή είναι υπέρ φύση, και δεν την προξενούμε, γιατί δεν έχομε από τη φύση μας δύναμη δεκτική της θεώσεως. Και πάσχομε πάλι, ως αντίθετη στη φύση μας, με την προαίρεσή μας κατά σύμπτωση την κακία, γιατί δεν έχομε φυσική δύναμη προς δημιουργία κακίας. Πράττομε λοιπόν όντας εδώ κατά τη φύση μας τις αρετές, γιατί έχομε φυσική τη δύναμη να τις πράττομε·  ενώ πάσχομε για το μέλλον τη θέωση, δεχόμενοι τη χάρη προς τούτο ως δωρεά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου